ἑλεδώνη

ἑλεδώνη, , a kind of
A octopus, Arist.HA525a17, Henioch.3, Artem.2.14.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλεδώνη — octopus fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλεδώνην — ἑλεδώνη octopus fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεδόνη — και ελεδώνη, η (Α ἑλεδώνη) γένος κεφαλόποδων μαλακίων τής οικογένειας τών οκταποδιδών μελιδόνα, μοσχοχτάποδο νεοελλ. γένος κολεόπτερων εντόμων τής οικογένειας τών τενεβριονιδών …   Dictionary of Greek

  • ἑλεδώνας — ἑλεδώνᾱς , ἑλεδώνη octopus fem acc pl ἑλεδώνᾱς , ἑλεδώνη octopus fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλιδώνα — η είδος χταποδιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἑλεδώνη «είδος πολύποδα»] …   Dictionary of Greek

  • οσμύλη — ὀσμύλη, ἡ (Α) ο θαλάσσιος πολύποδας ελεδώνη, το μοσχοχτάποδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀσμή + επίθημα ύλη (πρβλ. κογχ ύλη)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.